Radical30 World
Κάνετε κλικ σε μια φωτογραφία του Τίτλου ή στη λέξη Φόρουμ για να δείτε τα θέματα μας.
Σύνδεση

Έχω ξεχάσει τον κωδικό μου

Πρόσφατα Θέματα
» 5 Μαρτίου 1943: Η μεγαλύτερη νίκη της Αντίστασης.
Κυρ 06 Μαρ 2016, 12:59 από radical30

» Forsaken-2015 ******
Δευ 22 Φεβ 2016, 10:13 από radical30

» The First Grader *******
Δευ 08 Φεβ 2016, 13:05 από radical30

» Περί των "Κοινών Αγαθών"
Παρ 05 Φεβ 2016, 02:20 από radical30

» Ο δικός μου "χιονάνθρωπος"
Τετ 03 Φεβ 2016, 06:11 από radical30

» Δημήτρης Βαρδαβάς
Τετ 03 Φεβ 2016, 04:52 από radical30

» Η "Νονά"
Σαβ 23 Ιαν 2016, 06:11 από radical30

Σεπτέμβριος 2017
ΔευΤριΤετΠεμΠαρΣαβΚυρ
    123
45678910
11121314151617
18192021222324
252627282930 

Ημερολόγιο Ημερολόγιο

Ψηφοφορία
Τροφοδοσία RSS


Yahoo! 
MSN 
AOL 
Netvibes 
Bloglines 


Παρόντες χρήστες
1 χρήστης είναι συνδεδεμένος αυτήν την στιγμή:: 0 μέλη, 0 μη ορατοί και 1 επισκέπτης

Κανένας

Περισσότεροι χρήστες υπό σύνδεση 63, στις Τρι 01 Αυγ 2017, 20:09

Πρωτομαγιά 2015

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Πρωτομαγιά 2015

Δημοσίευση  radical30 Την / Το Παρ 01 Μαϊος 2015, 02:42

1η Μαϊου 1915

Οταν ήμουν μικρός τη δεκαετία του 1960, η εποχή που μια χρονολογία όπως το 2015 σηματοδοτούσε, μού φαινόταν μια εποχή ενός μακρινού μέλλοντος, όπου ο κόσμος θα είχε φθάσει στ’ άστρα. Στα εικονογραφημένα περιοδικά επιστημονικής φαντασίας που διαβάζαμετότε, «Διαπλανητικά», «Παράξενα» και άλλα, το έτος 1991, φέρ’ ειπείν, ήταν ένα μακρινό έτος μέσα στην αχλή ενός μέλλοντος με τηλεκίνηση, τέταρτη διάσταση, παράδοξα όντα και ατελείωτες ανακαλύψεις, ήτοι δυνατότητες, προοπτικές. Ακόμα και ο Αρθουρ Κλαρκ την «πάτησε» (και θα εξηγήσω τι εννοώ) τοποθετώντας την περίφημη «Οδύσσεια του Διαστήματος» στο εγγύς 2001.

Ομως, υπήρξε μια μεταβλητή καθυστέρησης ανάμεσα σε αυτά που η «θαυμαστή, γενναία» δεκαετία του 1960 προσδοκούσε για τον «θαυμαστό κι ανθρώπινο» κόσμο του μέλλοντος, και σε όσα ο «θαυμαστός νέος μας κόσμος» κατόρθωσε, έχοντας ήδη φθάσει στη δεύτερη δεκαετία του 21ου αιώνα.

Η εποχή της παιδικής μου ηλικίας φανταζόταν τον 21ον αιώνα ως μια λαμπρή εποχή που θα κυριαρχούσαν οι επιστήμες, που δεν θα χρειαζόταν το χρήμα και οι άνθρωποι θα απολάμβαναν μιας φιλοσοφημένης πολιτικής. Και αυτή η ιστορική αισιοδοξία ήταν δικαιολογημένη. Οι μνήμες απ’ τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο ήταν ακόμα πρόσφατες και όλη η κληρονομιά για έναν πιο δίκαιο κόσμο (που άρχισε να σχηματίζεται ήδη κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου) ανθούσε, ποτισμένη άλλωστε από το αίμα εκατομμυρίων ανθρώπων που έδωσαν τη ζωή τους για να νικηθεί ο θάνατος που έφερνε στην πλάση ο φασισμός.

Παρά τον Ψυχρό Πόλεμο, παρά την αποκάλυψη της σκοτεινής σταλινικής πλευράς του Σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, τα εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα θριάμβευαν, η Αριστερά στην Ευρώπη στερέωνε το ειδικό βάρος της εργατικής τάξης στις κοινωνίες, η ΕΣΣΔ έβγαινε στο Διάστημα, οι Αμερικανοί έφθαναν στο Φεγγάρι, το σινεμά έδινε όνειρα και φτερά στις μάζες - η παιδική μου ηλικία είχε πολλούς λόγους να είναι αισιόδοξη, το ίδιο και η επιστημονική φαντασία της εποχής. Ο έρωτας θριάμβευε στο διαστρικό σμίξιμο της Αλάνκας και του Παράξενου Αδάμ, η επικοινωνία των όντων απ’ τους άλλους πλανήτες ήταν σοφή και ειρηνική, ο Σούπερμαν κατόρθωνε πάντα το σωστό, στο Star Trek ο πόλεμος ήταν απαγορευμένος και, αν σε άλλα έργα ή φιλμς εμφανιζόταν κάποιος πόλεμος, αυτός ήταν μόνον μια περιπέτεια, μια αφορμή για να νικήσει το καλό - ένας πόλεμος όπως εκείνοι που έπαιζαν τα πιτσιρίκια με τα στρατιωτάκια τους.

Δίπλα όμως σε αυτήν τη «φωτεινή» επιστημονική φαντασία, αναπτυσσόταν και μια άλλη, πιο σκοτεινή, πιο ανοιχτή στους φόβους της εποχής - ο «άλλος» (λόγου χάριν ο Σοβιετικός) έβρισκε την προσωποποίησή του στο μοχθηρό ον απ’ τους άλλους κόσμους που ερχόταν εδώ στη Γη και καταλάμβανε παιδάκια, μετατρέποντάς τα σε όργανα του απόλυτου τρόμου. Μια απαισιόδοξη εκδοχή του μέλλοντος (που έτσι κι αλλιώς τέτοια είναι, όταν το παρόν προβάλλει στο μέλλον τους τρόπους του, χωρίς να μπορεί να προμαντεύσει τους τρόπους του μέλλοντος) - μια απαισιόδοξη λοιπόν εκδοχή της επιστημονικής φαντασίας, άρχισε να παρακολουθεί την παλινόρθωση του συντηρητισμού (το Μπλέιντ Ράνερ αναφερόταν σε έναν κόσμο των Εταιρειών) και την αποενοχοποίηση του φασισμού,
τόσο μάλιστα περισσότερο, όσο η Αριστερά ξέκοβε απ’ την εργατική τάξη και βυθιζόταν σε μια αυτοαναφορική αλαζονεία, αφήνοντας την πλέμπα έρμαιο στους δημαγωγούς. Κι έτσι, η παιδική μου ηλικία προδόθηκε. Είδα τη ροκ να απορροφάται, την ΕΣΣΔ να καταρρέει, την Κίνα να γαμάει την εργασία, τις αστικές δημοκρατίες να ξεφτιλίζονται, την κληρονομία των ηρώων για έναν πιο δίκαιο κόσμο να μένει στα αζήτητα ή να καταφεύγει στα βιβλιοπωλεία, σαν σε αγκαλιά ή σαν σε τάφο. Ο Σούπερμαν κρύφτηκε σ’ ένα χωριό κάπου στην Αϊόβα, ο Μπάτμαν πνίγηκε μέσα στην αμφιθυμία του και η Ρόζα Λούξεμπουργκ γράφει γράμματα στον Λένιν, «εγώ καλά σου τα ’λεγα».

Τώρα πια είμαι μεσήλικας και η εποχή μου έχει γυρίσει πίσω στην εποχή των κανονιοφόρων. Στην Μπελ(!) Επόκ! Οι αστοί βουτάνε από το στόμα του εργάτη το ψωμί και του καταδικάζουν το παιδί στη σκλαβιά. Ολα όσα με αίμα η εργατική τάξη κατέκτησε, με αίμα πάλι της τα παίρνουν πίσω, τα αφεντικά του χρήματος και τα σκυλιά του πολέμου.

Κουμάντο στον κόσμο κάνουν κάτι φρικτά ανθρωπάκια, που η τέχνη του μεσοπολέμου μπόρεσε καλύτερα από όποιον άλλο να ιστορήσει: ανθρωπάκια φτιαγμένα από δόντια για να τρώνε, τύφλα στα μάτια σαν τυφλοπόντικες και σαρδόνια χαμόγελα, σαν να τους έχει ο θάνατος ζωγραφίσει στο πρόσωπο τον τέτανό του. Τίποτε περισσότερο, παρά τάφοι λαμπροί απ’ έξω και σκουληκιασμένοι από μέσα, καθώς έλεγε ο Χριστός, που ούτε καν σε εκείνου την ευρυχωρία της αγάπης φαίνεται να χωρούν τέτοια βδελύγματα.

Αυτά τα βδελύγματα λούζουν στο αίμα τον πλανήτη με πολέμους και εισβολές, τον εκμεταλλεύονται χωρίς μέτρο και φειδώ, δολοφονούν τη ζωή δισεκατομμυρίων ψυχών που πρέπει να ζουν με ένα δολάριο τη βδομάδα και νομοθετούν. Το δίκιο του τόκου και της βόμβας.

Ουτιδανοί είναι. Ανθρωπάκια με δόντια για να τρώνε, βασιλιάδες κρατών, βασιλιάδες πολυεθνικών, βασιλιάδες ΜΜΕ, βασιλιάδες Τραπεζών, το 0,01% του πληθυσμού της Γης. Συνιστούν την πιο φρικαλέα
επιστημονική φαντασία, εκείνη που δεν την είχαμε πιτσιρικάδες σε υπόληψη, διότι περιέγραφε το μέλλον σαν παρελθόν, σαν μεσαίωνα με ηλεκτρονικά σπαθιά, παράλογον σαν τους θεούς του Λόβκραφτ, σαν μια καταστροφή, σαν όπως «μετά την καταστροφή». Αλλά, αν είναι έτσι, τι κάνουμε;

Αγωνιζόμαστε να μην είναι έτσι. Και ο αγώνας αυτός θα συνεχίζεται, ώσπου να σταματήσει η εκμετάλλευση του ανθρώπου απ’ τον άνθρωπο, ώσπου η ζωή να γίνει σαν Κυριακή, καθώς έλεγε ο Γκράμσι, μια διαρκής γιορτή.

Στην επιστημονική φαντασία της παιδικής μου ηλικίας, οι όροι και οι προϋποθέσεις για να είναι η εποχή μας τέτοια γιορτή, ήταν βέβαιο ότι θα υπάρχουν. Και σε αυτό δεν έπεσε έξω. Οι όροι υπάρχουν. Με την τεχνολογία του καιρού μας και με πολύ λιγότερη εργασία, αν δούλευαν όλοι, σε κανέναν δεν θα έλειπε τίποτα. Κι όχι μόνον, αλλά ο καθένας θα μπορούσε να αξιοποιεί τα ταλέντα του και να απολαμβάνει τα χόμπυ του. Κι όμως, ενώ υπάρχουν οι όροι (της) δεν υπάρχει η Εποχή. Είναι παράλογο. Και είναι τόσο παράλογο, που είναι να απορεί κανείς.

Αλήθεια, πώς γίνεται κάτι τόσο παράλογο, ανήθικο και άσχημο να ανακυκλώνεται και να κυριαρχεί πάνω στο λογικό, το ηθικό και το ωραίο; Για έναν και μόνο λόγο: διότι ο ισχυρότερος μπορεί να επιβάλλεται στον ασθενέστερο. Οπως στη ζούγκλα. Κι όλος ο πολιτισμός είναι η προσπάθεια να ισορροπηθεί αυτή η σχέση - μια προσπάθεια «συφοριασμένη όπως των Τρώων», διότι εκφυλίζεται στην αναπαραγωγή της ίδιας αντίθεσης. Ωσπου να σπάσει αυτή η αντίθεση, οι μεταρρυθμίσεις θα γεννούν νέα καθεστώτα και οι επαναστάσεις νέους βοναπαρτισμούς ή σταλινισμούς.

Τι μας μένει λοιπόν; Οι βελτιώσεις και ο χρόνος. Οι νόμοι βελτίωσαν τις κοινωνίες, οι θρησκείες βελτίωσαν τους νόμους, οι επαναστάσεις βελτίωσαν και τους νόμους και τις θρησκείες. Κι ο χρόνος. Οσο πιο πίσω πάει κανείς στους κύκλους του χρόνου, τόσον πιο αργά εξελίσσονται οι αλλαγές· κι όσον πιο κοντά στο παρόν έρχεται, τόσον πιο γρήγορα αλλάζουν τα πράγματα.

Και υπ’ αυτήν την έννοια, το δικό μας παρόν, ως ακυρωμένο μέλλον της μεταπολεμικής εποχής, ίσως να μη χρειασθεί να περιμένει με τη σειρά του τόσο πολύ για το δικό του μέλλον. Πώς θα είναι αυτό το μέλλον; Θα είναι μια «Σιδερένια Φτέρνα ενός Νέου Τεχνολογικού “Μεσαίωνα”» ή θα είναι μια «γιορτή της ελευθερίας των ανθρώπων»;

Πιστεύω, δηλαδή νομίζω, ότι η συσσωρευμένη μνήμη της ανθρωπότητας θα οδηγήσει την ταξική πάλη να επιτύχει τη διαρκή γιορτή της ελευθερίας.

Κι αν πέφτω έξω, συμπαθάτε με...


Στάθης
enikos.gr



=======================================



Γιάννης Ρίτσος: Έρωτας και Επανάσταση



Χθές Δευτέρα, 7 Απριλίου 2008, συμπληρώθηκαν τρία χρόνια από το θάνατο του Γρηγόρη Μπιθικώτση. Ο Μπιθικώτσης υπήρξε ένας τραγουδιστής που ύμνησε το έργο των ποιητών, μεταφέροντάς το από τα σκονισμένα ράφια των βιβλιοθηκών στα στόματα όλου του κόσμου. Και οι ποιητές απλόχερα του ανταπέδωσαν αυτή την υπηρεσία. Αδιάψευστη μαρτυρία το παρακάτω κείμενο του Γιάννη Ρίτσου που αλιεύσαμε από την εφημερίδα Ελευθεροτυπία, την επομένη του θανάτου του Μπιθικώτση (8/4/2005).

Μ.Π.
Το Βήμα

--------


Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΓΡΗΓΟΡΗ ΜΠΙΘΙΚΩΤΣΗ


Ο Γρηγόρης Μπιθικώτσης είναι ένας μεγάλος τραγουδιστής, ένας έξοχος, γνήσιος λαϊκός τραγουδιστής. Η φωνή του διαθέτει ένα καταπληκτικό, ένα εξαίσιο τέμπο, μια μεγάλη εκφραστική κλίμακα. Διαθέτει δύναμη και διαύγεια.


Η φωνή του Μπιθικώτση έλαμψε στα τραγούδια του Θεοδωράκη, αλλά και η μουσική του Θεοδωράκη έλαμψε με τη φωνή του Μπιθικώτση.

Η φωνή του Μπιθικώτση, δεν διαθέτει μονάχα τα τεράστια μουσικά προσόντα, αλλά διαθέτει και μια άρθρωση μοναδική που δεν διαθέτουν μεγάλοι ηθοποιοί. Ποτέ δεν χάνεται, δεν σβήνει, δεν θαμπώνει ούτε μία συλλαβή, ούτε ένα φωνήεν, ούτε ένα σύμφωνο. Ακόμα και το τελικό «σίγμα» στο τέλος μια μουσικής φράσης - που εξαφανίζεται πλήρως στους περισσότερους τραγουδιστές, στον Μπιθικώτση ακούγεται με απόλυτη καθαρότητα.

Έτσι, ο μεγάλος ποιητικός λόγος με τη μουσική του Θεοδωράκη και με τη φωνή του Μπιθικώτση, βρίσκει μπορώ να πω τη μεγαλύτερη και εκφραστικότερη δικαίωση. Ο Μπιθικώτσης έχει στο ενεργητικό του τεράστιες επιτυχίες, τραγουδώντας ποίηση μεγάλων ποιητών, του Σεφέρη, του Ελύτη, του Λειβαδίτη και άλλων ακόμα, αλλά μέσα σ' αυτές τις μεγάλες του επιτυχίες νομίζω πως η κορυφαία του επιτυχία ήταν η «Ρωμιοσύνη», μια ερμηνεία μοναδική, ασύγκριτη, ανεπανάληπτη...

Μέσα στη φωνή του, όλο ο καημός του Ελληνικού Λαού, όλο του το μεράκι και όλη του η λεβεντιά, φαίνεται σ' όλο τους το μεγαλείο!

Θυμάμαι, ότι σε μεγάλα γεγονότα της Νεοελληνικής μας Ιστορία εδώ και 15 χρόνια, σε κρίσιμες αγωνιστικές στιγμές του Ελληνικού Λαού, η φωνή του Μπιθικώτση βρισκόταν πάντοτε μπροστά τραγουδώντας τη «Ρωμιοσύνη». Ακόμα και τον τελευταίο καιρό, στο Πολυτεχνείο πριν από 10 χρόνια, ο παράνομος σταθμός των σπουδαστών άρχιζε τις εκπομπές του με τη «Ρωμιοσύνη» του Θεοδωράκη και με τη φωνή του Μπιθικώτση και έκλεινε τις εκπομπές του με τη «Ρωμιοσύνη».

Θα ’θελα να ευχαριστήσω τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, που με τη λαμπρότητα της φωνής του έφερε την Ελληνική Ποίηση κοντά στον Ελληνικό Λαό, απ' όπου και προήλθε.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Νοέμβριος 1983
-----

Από το δισκογραφικό άλμπουμ: «Mπιθικώτσης»-EMIAL Α.Ε. 1988

(Ελευθεροτυπία, 8 Απριλίου 2005)



================



«Την πρώτη και την τελευταία σου λέξη/την είπαν ο έρωτας και η Επανάσταση. Όλη σου την σιωπή την είπε η ποίηση».

Ετσι, μ' αυτά τα λόγια, αποκρυπτογράφησε προς το τέλος τού βίου του, τη μεγάλη του πορεία ο ποιητής Γιάννης Ρίτσος, αφήνοντας την τελευταία του πνοή μια Κυριακή πρωϊ, λίγες ώρες διαφορά από τον Αλέξη Μινωτή, στις 11 Νοεμβρίου 1990.

«Να με θυμόσαστε-είπε. Χιλιάδες χιλιόμετρα περπάτησα/χωρίς ψωμί, χωρίς νερό, πάνω σε πέτρες και αγκάθια,/για να σας φέρω ψωμί και νερό και τριαντάφυλλα».

Είκοσι τεράστια χρόνια μετά το μεγάλο ταξίδι, ο Γιάννης Ρίτσος είναι πάλι εδώ. Με τον επιβλητικό λόγο του και τη σεβάσμια μορφή, να μας οδηγεί στα μονοπάτια του Ερωτα και της Επανάστασης. Πολυγραφότατος και ακόμα αστείρευτος, αφού από το ογκώδες έργο που πρόλαβε να γράψει, δεκάδες τόμοι δεν έχουν εκδοθεί ακόμα. Έργο, που είναι τρεις φορές μεγαλύτερο από το ογκώδες ποιητικό έργο του Παλαμά, το οποίο με τη σειρά του, είναι σχεδόν διπλάσιο σε έκταση από το ποιητικό έργο του Σικελιανού, που θα μπορούσε κι αυτός να χαρακτηρισθεί πολυγραφότατος, μας πληροφορεί ο καθηγητής Νάσος Βαγενάς.

Μεταφρασμένος σχεδόν στα πέρατα της Oικουμένης, ο Γιάννης Ρίτσος, ήταν ένας ζωντανός μύθος, αφού το κόμμα στο οποίο εντάχθηκε από τα πρώτα χρόνια της ζωής του και μέσα από το οποίο πάλεψε, εξορίστηκε, βασανίστηκε, είχε φροντίσει να του στήσει ένα "ζωντανό άγαλμα". Και αυτός συνέχιζε να μεταλλάσσει τον δικό του πόνο, τους μύχιους καημούς και σκέψες, σε πόνο της Ρωμιοσύνης, εξασφαλίζοντας έτσι την αθανασία του.

«Πιστεύω στον ’Ερωτα και την Επανάσταση/ γι΄αυτό ακριβώς πιστεύω στην Αθανασία», έγραψε κάποια στιγμή. ‘Ισως γιατί ήξερε, πως μέσα από τον προσωπικό αγώνα κάθε άνθρωπος και μέσα από τις μαζικές διαδικασίες ένας λαός -όπως έλεγε το κόμμα- βαδίζει προς την τελική ανεξαρτησία.

«Ξέρω/καθένας μονάχος πορεύεται στον έρωτα. Μονάχος/στη δόξα και στο θάνατο/ Το ξέρω. Το δοκίμασα. Δεν ωφελεί», κραυγάζει στην ‘’Σονάτα του Σεληνόφωτος’’, τον Ιούνιο του 1956.

Δειλιάζει όποιος στέκεται μπροστά στο επιβλητικό έργο του Γιάννη Ρίτσου, γιατί καταπιάστηκε με το καθετί και έβαλε την μοναδική προσωπική του σφραγίδα. Στην ποίηση, όπου χαρακτηρίστηκε ως "ο μεγαλύτερος ζων ποιητής", στην πεζογραφία γιατί στο "Ισως νά 'ναι κι έτσι" και στα «Προκυνητάρια» του, προκάλεσε το κόμμα και έστρεψε πάνω του τα φώτα της δημοσιότητας, έστω χωρίς να το θέλει, στη ζωγραφική, επειδή κανένας άλλος δεν μίλησε μ΄αυτό τον απαράμιλλο τρόπο στον χρωστήρα, κανένας άλλος δεν σμίλεψε τόσο ανθρώπινα, πέτρες και ρίζες δέντρων, με τόση επάρκεια και τόση εμπύρετη μνήμη χεριών και μυαλού.

«Πόση γνώση -σημειώνει ο Παντελής Μπουκάλας- χρειάζεται γιά να φτάσει ο ποιητής, ο πολυγραφότατος ποιητής, αυτός που κατ' επανάληψη απέσπασε από τη γλώσσα ισχυρότατους ρυθμούς και νοήματα ατίμητης παραμυθητικής τρυφερότητας, αυτός που τίμησε και ύψωσε τις πιό ταπεινές λέξεις, που στέγασε στη γενναιοδωρία του τα πιό ταπεινά πράγματα και συντρόφεψε και με το βίο του, προπαντός μ΄αυτόν και με την ποίησή του, τούς ταπεινούς των ανθρώπων, πόση γνώση, λοιπόν, και πόση απόγνωση χρειάζεται, γιά να γράψει με το δάκτυλό του/ένα ΜΗΔΕΝ».

Γιατί, όπως ο ποιητής της Ρωμιοσύνης και του Επιτάφιου γράφει τον Αύγουστο του 1987: «εκείνα που δεν έλεγες ποτέ, ακριβώς εκείνα/έδιναν αίμα στα λόγια που έλεγες και έμεναν στον αέρα/μετέωρα, διφορούμενα, σαν ανεξήγητοι ήχοι/νυχτερινής μελλοντικής μουσικής».
Και ακόμα γιατί:
«Ισως και να ‘χουν κάποια αξία/αυτά που αφήσαμε πίσω μας/...Μα τώρα και τούτο το "ίσως" πάνω στα χείλη σου/έχει χλωμιάσει και γεράσει».

Αν ζούσε σήμερα αυτός ο γίγαντας της ποίησης, δεν θα ήξερε που να γείρει τη μνήμη του, με τόσα γεγονότα που συμβαίνουν. Γεγονότα, που είναι βέβαιο πως θα τον πήγαιναν πίσω στα χρόνια της εφηβείας, της άντρωσης και της πάλης γιά ένα καλύτερο Αύριο. Πόσα από τα καλλιγραφικά του γράμματα δεν θα ξεδίπλωνε στο άγραφο χαρτί, γιά να τραγουδήσει και να κλάψει συνάμα, για τα τόσα που εκτυλίχθηκαν σαν σκοτεινά γεφύρια στη Σρεμπένιτσα, το Πάλε, την Κράϊνα, τόπους δηλαδή που είχε γνωρίσει παλιά, κάτω από άλλες συνθήκες.

Τότε που κλείνανε ερμητικά οι γέφυρες της Επανάστασης και οι σύντροφοι του ξεκληρίζονταν στις πέντε ηπείρους, ενώ όσοι έμειναν στην Πατρίδα, τη γνώριζαν μέσα από το πιό άγριο πρόσωπό της. Βασανιστήρια, φυλακίσεις, εξορίες, εκτελέσεις, βιασμούς του κορμιού και της συνείδησης.

Τι να γράψεις όμως μέσα σε ένα σύντομο σημείωμα, γιά τον μεγάλο αυτό Άνθρωπο;

«Εκείνα που δεν έλεγες ποτέ, ακριβώς εκείνα/έδιναν αίμα στα λόγια που έλεγες κι έμεναν στον αέρα/μετέωρα, διφορούμενα, σαν ανεξήγητοι ήχοι/νυχτερινής μελλοντικής μουσικής. Τώρα/δεν έχεις τίποτε να πεις , αφού δεν έχεις τίποτε να κρύψεις» έγραφε στο Καρλόβασι, καθισμένος σ' εκείνη την πέτρα που ο ίδιος είχε σμιλέψει στ' ακρογιάλι και αναπολώντας όλα αυτά που έκανε κι εκείνα που δεν προλάβαινε,γιατί
"τι να πρωτοδιορθώσεις;" μέσα στα ανελέητα ξερά καλοκαίρια και τους βομβαρδισμένους χειμώνες.

Πέτρες, κόκκαλα, ρίζες…

Στις μέρες της μοναξιάς του, όταν ούτε οι σύντροφοι μπορούσαν να ανταλλάξουν ένα ζεστό λόγο, στις πέτρες, τα κόκκαλα, τις ρίζες, που βρίσκονταν άφθονα γύρω του,
«Οι ρίζες υποβάλλουν μιάν αγριότητα. Τα κόκκαλα και οι πέτρες, το κάλλος ή την ελεγειακότητα. Και η ευτυχία στην τέχνη, περιέχει πολύ συχνά ένα στοιχείο ελεγειακό», έγραφε σε ένα σημείωμα του στο περιοδικό

"Η Λέξη" τον Οκτώβριο του 1981.

Σε ένα άλλο κείμενό του στο περιοδικό "ΑΝΤΙ", τον Ιούλιο του 1975, ο ίδιος ο ποιητής δίνει την προσωπική του μαρτυρία, γιά την ενασχόλησή του με τις ρίζες, τις πέτρες, τη ζωγραφική, τα κόκκαλα.

«Πέρα όμως από τις αυθαίρετες ίσως συσχετίσεις, γενικεύσεις και τους απλοϊκους συμβολισμούς (που κολακεύουν τη σπουδαιοφάνειά μας και ευκολύνουν τάχα τη συνεννόησή μας με τη μεταφορά ακαθόριστων αισθήσεων και συλλογισμών στο "ευανάγνωστο" και προσιτό επίπεδο των εικόνων και των σχημάτων), εξακολουθούμε να ανακαλύπτουμε στις ρίζες κάτι βαθύτατο και τολμηρότατα ανθρώπινο, κάτι πολύ πιό δικό μας, κάτι το "ανείπωτο", ειπωμένο με αποστομωτική ειλικρίνεια. Γι΄αυτό, μπορεί να συνεχίσει κανείς να δουλεύει τις ρίζες, παρ' όλο το φόβο της επανάληψης. Κι οι ρίζες επαναλαμβάνονται, όπως επαναλαμβάνονται τα ένστικτα κι όπως επαναλαμβάνονται οι βασικές αλήθειες: γέννηση, έρωτας, θάνατος ή, καλύτερα, όπως επαναλαμβάνονται τα τρία βασικά άγνωστα :ζωή, έρωτας, θάνατος».

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΤΣΙΠΟΥΡΑΣ
πηγή: Eθνος



-------------------
Έχει επεξεργασθεί από τον radical30, στις Apr 30, 2015

@radical30

_________________
@radical30
avatar
radical30
Admin

Εγγραφή : 28/09/2009
Δημοσιεύσεις : 3499
Τόπος : Πόρτο Ράφτη
Ηλικία : 87

http://radicalrvolution-radical30.blogspot.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή

- Παρόμοια θέματα

 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης