Radical30 World
Κάνετε κλικ σε μια φωτογραφία του Τίτλου ή στη λέξη Φόρουμ για να δείτε τα θέματα μας.
Σύνδεση

Έχω ξεχάσει τον κωδικό μου

Πρόσφατα Θέματα
» 5 Μαρτίου 1943: Η μεγαλύτερη νίκη της Αντίστασης.
Κυρ 06 Μαρ 2016, 12:59 από radical30

» Forsaken-2015 ******
Δευ 22 Φεβ 2016, 10:13 από radical30

» The First Grader *******
Δευ 08 Φεβ 2016, 13:05 από radical30

» Περί των "Κοινών Αγαθών"
Παρ 05 Φεβ 2016, 02:20 από radical30

» Ο δικός μου "χιονάνθρωπος"
Τετ 03 Φεβ 2016, 06:11 από radical30

» Δημήτρης Βαρδαβάς
Τετ 03 Φεβ 2016, 04:52 από radical30

» Η "Νονά"
Σαβ 23 Ιαν 2016, 06:11 από radical30

Μαϊος 2017
ΔευΤριΤετΠεμΠαρΣαβΚυρ
1234567
891011121314
15161718192021
22232425262728
293031    

Ημερολόγιο Ημερολόγιο

Ψηφοφορία
Τροφοδοσία RSS


Yahoo! 
MSN 
AOL 
Netvibes 
Bloglines 


Παρόντες χρήστες
2 χρήστες είναι συνδεδεμένοι αυτήν την στιγμή:: 0 μέλη, 0 μη ορατοί και 2 επισκέπτες

Κανένας

Περισσότεροι χρήστες υπό σύνδεση 39, στις Τρι 19 Φεβ 2013, 11:39

Α ρε, "βάτος" που μας χρειάζεται...

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Πήγαινε κάτω

Α ρε, "βάτος" που μας χρειάζεται...

Δημοσίευση  radical30 Την / Το Παρ 02 Μαρ 2012, 08:56

<<Όταν έδερνα τον βάτο>>
του Δημήτρη Καμπουράκη

Να ξεκινήσω με μια ουσιώδη διευκρίνιση: Ο βάτος είναι άντρας, όχι γυναίκα. Επίσης, ένα χωράφι κατειλημμένο απ’ τα αγκαθωτά κλαδιά και τα μυτερά φύλλα του, έχει σκεπαστεί από βάτους κι όχι από βάτα. Ο πατέρας μου είχε προβεί σ’ αυτές τις γλωσσικές αποσαφηνίσεις από τα μικράτα μου, καθώς το χωριό είναι γεμάτο από δαύτους κι έπρεπε να έχουμε γνώση για να τους μεταχειριζόμαστε. Πάνω σε κάθε σύνορο χωραφιού, σε κάθε γωνιά που έχει μείνει μακριά από χέρι γεωργού, σε κάθε λόχμη και αγριάδα, σε κάθε κρυφή κοίτη και απρόσιτη κατηφόρα, ο βάτος είναι βασιλιάς. Φυτρώνει απ’ το πουθενά, καταλαμβάνει την περιοχή, σκεπάζει τα υπόλοιπα φυτά και κάνει την περιοχή του απροσπέλαστη για όποιον δεν πετά σαν κότσυφας ή δεν σέρνεται σαν φίδι. Από μωρά είχαμε μάθει να τον προσέχουμε, διότι οι αθέατες άκρες απ’ τα κλαδιά του αιωρούνται μακριά απ’ το κυρίως σώμα και σε αρπάνε ξαφνικά εκεί που περπατάς. Δεν σε τρυπάνε σ’ ένα σημείο όπως η τριανταφυλλιά, αλλά κολλάνε πάνω σου σαν ζωντανά αγκαθωτά πλοκάμια, αγκυλώνουν στα ρούχα σου από πάνω ως κάτω και χαράζουν βαθιά το δέρμα σου στα απροστάτευτα σημεία.

Βασίμως εικάζω ότι την περίοδο τού προπατορικού αμαρτήματος ο βάτος ήταν σαρκοφάγος, διότι μόλις σε αρπάξει εκμεταλλεύεται τις πανικόβλητες κινήσεις σου για να σε τραβήξει βαθιά προς το κυρίως σώμα του και να σε εξαφανίσει. Τα αγκάθια του, μικρά και γυριστά σαν αγκίστρια, είναι ειδικά κατασκευασμένα για να σε σπρώχνουν με απαλά τσιμπήματα προς το κέντρο του, όπου σε φυλακίζει όλο και περισσότερο. Αν επιχειρήσεις όμως βίαιη έξοδο από την αγκαλιά του, τα αγκάθια πετάγονται σαν κρυμμένα νύχια αγριεμένης γάτας και σε ξεσκίζουν αλύπητα. Μετά από κάθε τέτοια απόδραση, μένεις έκπληκτος από τον αριθμό των τραυμάτων σου, τα οποία αρχικά αντιλαμβάνεσαι από τα δεκάδες μικρά αυλάκια αίματος που έχεις στο κορμί σου - ο πόνος αργεί λιγάκι. Ίσως τα αγκάθια του εκκρίνουν κάποιο ελαφρό αναισθητικό.

Στο παιδικό μου μυαλό, η καρδιά του βάτου ήταν συνώνυμο του τρόμου και του πόνου. Ειδικά τα καλοκαίρια που κυκλοφορούσα (όπως όλα τα πιτσιρίκια του χωριού) γυμνός απ’ τη μέση κι επάνω, ξυπόλυτος και με κοντό παντελονάκι, ένιωθα φρίκη στην ιδέα να με ρουφήξει ένας καταπράσινος θόλος από βάτους και κλαδιά που σκέπαζε το ποτάμι κοντά στο σπίτι μου. Φανταζόμουν τον εαυτό μου φυλακισμένο εκεί κάτω, αθέατο για όσους περνούσαν απ’ το δρόμο, με χιλιάδες αγκίστρια καρφωμένα στο γυμνό δέρμα μου, να παραμένω ανήμπορος και ακίνητος, με τα σαρκοφάγα καβούρια του ρυακιού να περπατάνε γύρω μου. Μια παλιά διήγηση του χωριού στο μεταξύ, αν και ελπιδοφόρα στην ουσία της, έφερνε ακόμα μεγαλύτερο τρόμο στο μυαλουδάκι μου.

Πέντε γενιές πριν απ’ τα παιδικά μου χρόνια, ένας χωριανός είχε εισχωρήσει μέσα σε μια τέτοια απροσπέλαστη λόχμη ψάχνοντας την κατσίκα του. Έκπληκτος, διέκρινε στο μακρινό βάθος της έναν λευκό τοίχο, ανθρώπινη κατασκευή δίχως αμφιβολία. Ψυχανεμιζόμενος κάποιο θαύμα, μάζεψε με τυμπανοκρουσίες όλους τους συγχωριανούς, οι οποίοι επί έξι ολόκληρες μέρες έβγαζαν κλαδιά, ξερίζωναν πρίνα και έκοβαν βάτους, για να αποκαλύψουν ένα υπέροχο βυζαντινό εκκλησάκι. Ήταν ο Άγιος Στέφανος, παλαιός θρύλος της συλλογικής μνήμης του χωριού, που όλοι πίστευαν ότι είχε κατεδαφιστεί απ’ τους Τούρκους. Αυτό το πέτρωμα στον χρόνο κάτω απ’ τους βάτους, μπορεί να αποδείχτηκε σωτήριο για το εκκλησάκι, αλλά δεν ακουγόταν διόλου ελπιδοφόρο για μένα αν κατέληγα στο βάθος της λόχμης. Εκτός απ’ τα καβούρια, που δεν θα περίμεναν τόσο καιρό άπρακτα, θεωρούσα απίθανο να εργαστεί όλο το χωριό επί μία βδομάδα για να με απελευθερώσει. (Τη σχέση του βάτου με το εκκλησιαστικό real estate θα το αναλύσουμε μια άλλη φορά. Ο βάτος στον περίβολο της ιεράς μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά φωνάζει από μακριά ότι πρόκειται για ιστορική ψιλοαπάτη, ενώ η μετεξέλιξη μιας έρημης περιοχής γεμάτης βάτους σε ζάπλουτη μονή βατοπεδίου ή βατοπαιδίου, δίνει άλλες διαστάσεις στις διαχρονικές ιδιότητες του συγκεκριμένου φυτού. Ας είναι...)

Όταν πήγα στο σχολείο και έμαθα στα θρησκευτικά για «την» καιομένη βάτο του Μωυσή, έμεινα έκπληκτος. Δε θα μπορούσα ούτε κατά διάνοια να φανταστώ τον βάτο ως γυναίκα. Στα μάτια μου, αυτός ο πράσινος σωρός από κλαδιά και αγκάθια ήταν ένας κραταιός αρσενικός, επιθετικός και κακότροπος, με τον οποίον ο γεωργός βρισκόταν σε συνεχή και ανελέητο πόλεμο, για να διατηρήσει καθαρά τα χωράφια του και προσπελάσιμα τα μονοπάτια του. Είχα δει εγκαταλελειμένα ελαιόδενδρα μεταναστών να κουκουλώνονται από τους βάτους μέσα σε δυό χρόνια και ολόκληρα ποτιστικά συγχωριανών που έφυγαν στην Αθήνα για να διοριστούν στο δημόσιο, να εξαφανίζονται κάτω από το αδυσώπητο περπάτημα του. Διότι ο βάτος περπατά. Κάθε κλαδί που αρχικά αιωρείται ψάχνοντας ανύποπτους διαβάτες, μόλις βαρύνει και ακουμπήσει το έδαφος, βγάζει αμέσως ρίζες. Αν δεν βρεθεί κάποιος να τον σταματήσει, τού αρκούν τρεις βροχεροί χειμώνες για να καταλάβει το χωράφι.

Για να είμαι ακριβοδίκαιος, ο βάτος είναι αυτός που παράγει τα περίφημα βατόμουρα. Σωστά, μόνο που εμείς δεν τα καταδεχόμασταν τα βατόμουρα εκείνη την εποχή. Μικρά και αναιμικά μας φαίνονταν, ανίσχυρα στη σύγκριση με τα μεγάλα ζουμερά μούρα που είχαν οι σπιτικές μουριές κάθε αυλής. Εξωτική γεύση θα πείτε, αλλά εμείς τότε τις εξωτικές γεύσεις που είχαν πολύ κουκούτσι και λίγο ψαχνό δεν τις πολυεκτιμούσαμε. Είχαμε δεκάδες φρούτα γεμάτα ψίχα για να φτιάχνουμε γλυκά και μαρμελάδες, ενώ η μάνα μου δεν χρησιμοποιούσε συμπληρώματα και τροπικές διακοσμήσεις στα πιάτα της. Ίσως η ποικιλία του βάτου που φύεται στην περιοχή μας να μην παράγει καρπούς της προκοπής και σε άλλα μέρη τα βατόμουρα να είναι μεγαλύτερα και νοστιμότερα. Πάντως εμείς τα τ’ αφήναμε στα πουλιά, καθώς το νησί δεν διαθέτει αρκούδες οι οποίες μαθαίνω ότι τα θεωρούν λιχουδιά. Σε κάθε περίπτωση, εκεί στο νότο δεν υπήρχε θέμα να αντιμετωπιστεί ο βάτος ως καρποφόρο φυτό που άξιζε να συντηρηθεί.

Ας γυρίσω στην αρχή: Ο πατέρας μου, ως κατ’ εξοχήν εκπρόσωπος μιας άλλης εποχής και νοοτροπίας, είχε συμβάλει καθοριστικά στην φαντασιακή μετουσίωση του βάτου μέσα στο μυαλό μου. Θα ήμουν πέντε ή έξι χρονών, όταν κατεβήκαμε στο περβόλι (χωρίς ι στη μέση) κι ενώ αυτός πότιζε, μου έδειξε έναν πελώριο βάτο που από το διπλανό χωράφι είχε εισβάλλει απειλητικά στο δικό μας. Δέκα τουλάχιστον πορτοκαλιές και μανταρινιές ένιωθαν την ανάσα του στον σβέρκο τους. Επειδή εκείνη την εποχή τα παιδιά δεν χάζευαν όταν οι μεγάλοι δούλευαν, έκοψε ένα μακρύ κλαδί μουριάς, μου το έβαλε στο χέρι και μου έδωσε εντολή να χτυπώ με δύναμη τα πιο τρυφερά κλαδιά του βάτου, ώστε να σταματήσω την επέλαση του. Στην ερώτηση γιατί δεν χρησιμοποιούμε τον βατοκόπο (εργαλείο μ’ ένα μακρύ στυλιάρι που είχε μια γυριστή λεπίδα στην άκρη) για να τον πετσοκόψουμε μια και καλή, ο πατέρας μου απάντησε με μια παροιμία μνημείο λακωνικής απλότητας, η οποία αποτυπώθηκε αμέσως στο παρθένο μυαλό μου. Ήταν τα λόγια που σε μια στιγμή ειλικρίνειας, είχε εκστομίσει ο ίδιος ο βάτος στον μεγάλο του εχθρό, τον γεωργό:

«Έκοψες με, εκλάδεψες με / έκαψες με, ελίπανες με / έδειρες με, εσκότωσες με.»

(Όπως βλέπετε, στις παλιές παροιμίες δεν υπήρχε η επιλογή να γεμίσεις μια ψεκαστήρα με δηλητήριο και να πάρεις σβάρνα μαζί με τα ανεπιθύμητα ζιζάνια, όλα τα πουλιά, τα ζώα, τα ερπετά και τα έντομα της περιοχής.)

Αν και η διαδικασία να δέρνω μέχρι θανάτου έναν αγκαθωτό εχθρό μου άρεσε (φανταζόμουν ότι κρατώ ένα σπαθί και σφάζω Τούρκους και Ινδιάνους), ζήτησα περαιτέρω διευκρινίσεις επί της παροιμίας: Το κλάδεμα ως αναζωογόννηση του φυτού το καταλάβαινα, έτσι κάναμε μ’ όλα τα δέντρα και τα λουλούδια μας. Τη στάχτη την ήξερα ως καθαριστικό λευκών ρούχων όχι ως λίπασμα, αλλά θα μπορούσα να την δεχτώ σαν κάτι καινούριο. Το ξύλο όμως; Γιατί να πεθαίνει ο βάτος όταν τον δέρνεις; Ο πατέρας μου, που δεν είχε χρόνο για πολλές εξηγήσεις καθώς έτρεχε να προλάβει το νερό στ’ αυλάκια, φεύγοντας προς το βάθος του πορτοκαλεώνα μού πέταξε μια βιαστική απάντηση: «Βλέπεις πόσο μεγάλος είναι ο βάτος και πόσο μικρός είσαι εσύ; Αν καταφέρεις λοιπόν να τον δείρεις, θα πεθάνει απ’ την ντροπή του».

Εκείνη τη στιγμή, σε κείνο το χωράφι, όπως στεκόμουν μονάχος απέναντι του με το ξύλινο σπαθί μου στο χέρι, συνειδητοποίησα ότι ο βάτος ήταν άντρας.

πηγή: protagon.gr

--------------------------------------

E, ρε, "βάτος" που μας χρειάζεται....
@radical30

_________________
@radical30
avatar
radical30
Admin

Εγγραφή : 28/09/2009
Δημοσιεύσεις : 3499
Τόπος : Πόρτο Ράφτη
Ηλικία : 86

http://radicalrvolution-radical30.blogspot.com

Επιστροφή στην κορυφή Πήγαινε κάτω

Επισκόπηση προηγούμενης Θ.Ενότητας Επισκόπηση επόμενης Θ.Ενότητας Επιστροφή στην κορυφή


 
Δικαιώματα σας στην κατηγορία αυτή
Δεν μπορείτε να απαντήσετε στα Θέματα αυτής της Δ.Συζήτησης